top of page

 

ΣΥΝΟΨΗ

 

Το «Έντεκα ποιήματα για τη Λεονόρα και ένα γράμμα» είναι ένα ποιητικό βιβλίο που συνομιλεί άμεσα με το εικαστικό σύμπαν της Λεονόρας Κάρρινγκτον, αντλώντας τους τίτλους των έντεκα ποιημάτων του από ομότιτλα ζωγραφικά της έργα. Κάθε ποίημα λειτουργεί ως μια ποιητική μετάφραση της εικόνας σε λόγο, όχι περιγραφικά αλλά ονειρικά και συμβολικά, ακολουθώντας τη λογική του υπερρεαλισμού.

Η Λεονώρα δεν είναι μόνο η ζωγράφος-αναφορά, αλλά και μια μυθική, αλχημική μορφή: γυναίκα, μάγισσα, δημιουργός, ον σε διαρκή μετάβαση. Τα ποιήματα κινούνται σε χώρους ονείρου, μεταμόρφωσης και τελετουργίας, όπου ανθρώπινα και ζωικά σώματα συγχέονται, ο χρόνος διαστέλλεται και η πραγματικότητα διαρρηγνύεται. Το βλέμμα της ποιήτριας δεν ερμηνεύει τα έργα της Κάρρινγκτον, αλλά τα κατοικεί, τα διασχίζει και τα επανεγγράφει μέσα από τη γλώσσα.

Ο υπερρεαλιστικός κόσμος της ζωγράφου —γεμάτος άλογα, θηλυκές μορφές, κλειστά δωμάτια, μαγικές πρακτικές και υπόγειες μυθολογίες— γίνεται αφορμή για έναν στοχασμό πάνω στη γυναικεία ταυτότητα, την ελευθερία, τη μνήμη και την εσωτερική εξορία. Τα ποιήματα συγκροτούν έναν κύκλο, όπου η εικόνα μετατρέπεται σε εμπειρία και η τέχνη σε μέσο αυτογνωσίας.

 

 

 

Κείμενα που γράφτηκαν για το βιλίο "Έντεκα ποιήματα για τη Λεονόρα και ένα γράμμα"

Διώνη Δημητριάδου (δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Εκδόσεις Πανός, τχ 210,  Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2026)

Η τέχνη, από τη φύση της νοούμενη ως υπέρβαση των ορίων, ​βρίσκει τις μυστικές συνδεσεις ανάμεσα σε διαφορετικά  έργα και σε διαφορετικές εποχές. Και είναι τότε που γεννιέται κάτι πρωτότυπο, που ωστόσο έχει βαθιές ρίτις ρίζες του σε κάτι που προυπήρξε. Θα μπορούσε να θεωρηθεί όλο αυτό έμπνευση. Η ποιήτρια Ελένη Γαλάνη, ορμώμενη από τη ζωγραφική της Leonora Carrington, από τις υπερβατικές όσο και τις συμβολικές της εικόνες, γράφει έντεκα ποιήματα και ένα γράμμα, που αντιστοιχούν (ευθέως τα έντεκα ποιήματα και εμμέσως το ποίημα-γράμμα) στους ομώνυμους πίνακες της σουρεαλίστριας ζωγράφου. Έχει ενδιαφέρον να διαβαστούν τα ποιήματα με την ταυτόχρονη εικαστική  εκδόχή, τουλάχιστον όπως, με υπερβατικό και σουρεαλιστικό τρόπο, τα συνέδεσε η ποιήτρια. Όμως εδώ μιλάμε για ποίηση, και αξίζει να δούμε την "αυτονομία" των ποιημάτων.

 

Η Γαλάνη γράφει ποίηση εικοπλαστική, όπως "προτρέπει" η σουρεαλιστική γραφή, ώστε να λειτουργεί η νοητή εικόνα συμπληρωματικά στις λεκτικές, νοηματικές υπερβάσεις. Με τη λειτουργία της εικόνας ενεργή και διαρκή, το ποίημα διέρχεται μια ονειρική κατάσταση (όπου ακόμα και το όνειρο δεν σταματάει να ονειρεύεται τον εαυτό του) για να καταλήξει σε μια εν δυνάμει ερμηνεία του όλου. Μια ποίηση στην οποία εμφωλεύει η ήττα όλων των σταθερών πεποιθήσεων, η ήττα των ανθρώπων που δεν κατόρθωσαν το ακατόρθωτο, αλλά και η ήττα των θεών που αποδείχθηκαν πολύ λίγοι στην υπερφυσική τους δύναμη. (...) ο δικός μου Θεός/ είμαι μια γιγάντια φωλιά για τα πουλιά/ τα καλωσορίζει στο σώμα Του, τα φιλάει/ κι ύστερα τα κοιτάζει που φεύγουν τρυφερά,/ ύστερα τα κοιτάζει μακριά που/ πετούν- ελεύθερα/ ο δικός μου Θεός πιστεύει- ο τρελός- στην Ανάσταση/ κι όμως αρνείται -σαν τρελός- να πεθάνει.

 

Η ποιήτρια θα συναντηθεί με τις μυστικές θηλυκές θεότητες, θα παραμερίσει τα επιφανή πρόσωπα που η ιστορία τα θυμάται,είτε για καλό είτε για κακό, για να δώσει θέση στους αφανείς και ξεχασμένους, όπως ο Εύρυτος που πολεμούσε στις Θερμοπύλες βλέποντας, όντας τυφλός, μόνο σκιές, που για κάποιους σαν αυτόν αξίζει ακόμη το σύμβολο "Θερμοπύλες" να λειτουργεί. Θα μιλήσει για το σμήνος λευκών πουλιών, με το μόνο μαύρο, αποσυνάγωγο, ανάμεσά τους, για τον ανάποδο λαβύρινθο που ανάλογα πώς τον περπατάς συγκαταλέγεσαι στους νικητές, που κρεμάνε σε τίτλους εφημερίδων ή στους ηττημένους, που τους κρεμάνε στις πλατείες για παραδειγματισμό- θέμα οπτικής ή έλλειψη θάρρους, όπως και να είναι η αλήθεια έμεινε μυστική.

 

Με αφορμή αυτή την ποίηση, σκέφτομαι πως επιβιώνει στους σύγχρονους στίχους ο σουρεαλισμός. Συνήθως δεν ολοκληρώνει την υπερβατική εικόνα, αλλά, "δέσμιος" των συνθηκών, επιτρέπει στην κατακλείδα τη λογική να επαναφέρει το σκοτεινό ρεαλιστικό τοπίο του κόσμου. Είναι κι αυτή, όμως, μια δυναμική επιβίωση για τη δική  μου ματιά, του υπερβατικού (ως νόημα αυθεντικό και όχι ως απλή τεχνική των λέξεων) να ασφυκτιά στις απογειώσεις του και να αναζητά κάποια προσγείωση.

 

Πολύ ενδιαφέρουσα, ποίηση, από τις πιο διακριτές ανάμεσα στο πλήθος, που, όπως είναι αναμενόμενο, δεν θα βρεθεί ποτέ σε βραβευμένες λίστες, θα διαβαστεί από λίγους δυστυχώς. 

bottom of page